διογενεῖς

διογενεῖς
διογενής
sprung from Zeus
masc/fem acc pl
διογενής
sprung from Zeus
masc/fem nom/voc pl (attic epic)
δῑογενεῖς , διογενής
sprung from Zeus
masc/fem acc pl (epic)
δῑογενεῖς , διογενής
sprung from Zeus
masc/fem nom/voc pl (attic epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • Διογενεῖς — Διογενής sprung from Zeus masc/fem acc pl Διογενής sprung from Zeus masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διογένεις — Διογένης masc nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διογενής — I Όνομα αρχαίων φιλοσόφων. 1. Δ. ο Απολλωνιάτης (5ος αι. π.Χ.). Καταγόταν από την κρητική πόλη Απολλωνία, αλλά έζησε για πολλά χρόνια στην Αθήνα. Υπήρξε οπαδός της αρχαίας ιωνικής σχολής· η απήχηση ορισμένων θεωριών του είναι εμφανής στα έργα του …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”